Κλήδονας

Ο κλήδονας είναι έθιμο ειδωλολατρικό παλιό, που γίνονταν κι αυτό τον Ιούνιο στη γιορτή του Αη-γιάννη. Πολλά κορίτσια του χωριού φιλενάδες που αποτελούσαν παρέα, συνεννοούνταν από μέρες και καθόριζαν το σπίτι που θα γίνονταν η συγκέντρωση για να στήσουν τον κλήδονα. Την προηγούμενη μέρα, μια κοπέλα πήγαινε σ' αυτό το σπίτι ένα δοχείο νερό (γκιούμι ή στάμνα) το αμίλητο νερό "βουβό" που κατά τη μεταφορά του στο δρόμο δεν έπρεπε η κοπέλα να μιλήσει με κανέναν, γιατί δεν πήγαινε σε καλό η γιορτούλα. Την ημέρα που στόλιζαν τον κλείδονα, κάθε κορίτσι από την παρέα έριχνε μέσα στο βουβό νερό, ένα χρυσαφικό αντικείμενο ευτελές (δαχτυλίδι, σκουλαρίκι, καρφίτσα, βραχιόλι, ή ότι άλλο πρόχειρο), έκλειναν το στόμιο του δοχείου μέχρι την επόμενη μέρα, που θα ξαναμαζεύονταν. Δίπλα στο δοχείο, στόλιζαν ένα κλαδί με "χασμήσια" καραμέλες, λου¬κούμια, μπισκότα κ.ά. Στην κορυφή έβαζαν ένα ζωηρόχρωμο λουλούδι. Έτσι άρχιζε επίσημα η γιορτή με τραγούδια, χορούς, ευχές και κεράσματα.

"Στουλίζουμι του κλήδονα τώρα - και του χρόνου, όσες μείνουν - (ανύπαντρες)".
"Κουπέλα απ' του σπίτι άμα λείπει, η ζωή σ' αυτό είναι πάντα λύπη".
"Κι όπου δεν υπάρχει έρως, εκεί πάντα κλαίει το μέρος"

Με τέτοια αινιγματικά τραγούδια και στίχους, καθώς και πειράγματα που αναφέρονται στον έρωτα, χορεύοντας ξε¬φτούσαν τα δωράκια ένα ένα από το δέντρο και τα έτρωγαν. Η κάθε μια κοπέλα έπρεπε να απαγγείλει και έναν αυτοσχέδιο στίχο που να εκφράζει την επιθυμία της που θα είχε σχέση με τον καλό της, που θα φανερώνονταν κάπως το όνομα του στην παρέα. Τότε έπαιρνε και το δωράκι της που έβγαζε η αρχηγός της παρέας μέσα από το δοχείο, όποιο κι αν ήταν από το αμίλητο νερό που είχε και την έννοια του χρησμού της μελλούμενης ζωής.