Σουγλαρούδια

Ανάμεσα στα έθιμα του χωριού που έχουν σήμερα ξεχαστεί βρίσκονται "οι σούγλις" κι "η Λάζαρς".
Στις σούγλις πήγαιναν τα αγόρια. Κρατούσαν μια σούγλα από κλωνάρι δέντρου, ελιά ή κρανιά, με μια διχάλα που κατέληγε σ' ένα κοτσάνι απ' το οποίο την έπιαναν. Από μέρες πριν την κατέβαζαν απ' το μέρος που την είχαν φυλαγμένη, την έβλεπαν αν είναι γερή και την καθάριζαν να είναι έτοιμη. Ανήμερα πρωτοχρονιάς μετά την εκκλησία σχημάτιζαν παρέες ή και μόνα, γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν ένα και μόνο τραγούδι σε άπταιστη βαβδινή καθαρεύουσα.

Πάλιν ακούστε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε, ότι και σήμερον εστί ημέρα να χαρούμε
Και να πανηγυρίσουμε περιτομήν Κυρίου, είν' εορτή χαρμόσυνος Αγίου Βασιλείου
Και να σας πω τα θαύματα που κάνει μοναχός του με του Θεού τη δύναμη που είναι βοηθός του
Κι μεις καλώς σας ήβραμι σα τουν καλό του χρόνου

Οι νοικοκυρές ανάλογα με το βαθμό συγγένειας, φιλίας, ή γνωριμίας που είχαν οι οικογένειες, τα έδιναν από λουκάνικο μέχρι ξυλοκέρατο. Το ανώτερο "δόσιμο" βέβαια ήταν το λουκάνικο, περασμένο στη σούγλα, που όσο βάραινε τόσο μεγάλωναν η χαρά και η περηφάνια. Λουκάνικα, παστός, κρέας, σύκα ήταν η σοδειά της σούγλας. Καρύδια, καραμέλες (μέντις), ξυλοκέρατα και χρήματα από καραντάρες ως δραχμές και δίφραγκα γέμιζαν τις τσέπες.
Η "γύρα" κρατούσε ως αργά το μεσημέρι. Όταν γυρνούσαν στο σπίτι, τα υποδέχονταν οι μεγάλοι με επιφωνήματα "θαυμασμού" που κολάκευαν τα παιδιά και ευχές "κι τ'χρον'" που τα γέμιζαν χαρά. Η σούγλα όπως ήταν γεμάτη, έμπαινε όρθια πάνω στο τζάκι να τη βλέπουν όλοι και να στεγνώνουν τα λουκάνικα. Εκεί έμενε ώσπου να τη φωτίσει ο παπάς. Όπως ήταν από πολλές νοικοκυρές τα λουκάνικα έβρισκες διαφορετικές γεύσεις και κατασκευές. Με κρέας περασμένο απ' τη μηχανή, ή κομμένο με το μαχαίρι, με πολλά ή λιγότερα μπαχαρικά, αρμυρά, καυτερά, με μπόλικο κόκκινο πιπέρι, με πράσο, κρεμμύδι, και φλούδα από μανταρίνι. Όλα όμως νόστιμα. Τα παιδιά κρατούσαν τα χρήματα κι έπαιζαν κορώνα γράμματα, "του τσίγκ" του μπούκιου, μονά - ζυγά, όλες τις μέρες ώσπου ν' ανοίξει το σχολείο.