Λαζαρίνες

Το Σάββατο του Λαζάρου τα κορίτσια πήγαιναν "στου Λάζαρ". Κείνη τη μέρα με την "άδεια" δασκάλων και γονιών δεν πήγαιναν στο σχολειό. Γιόρταζαν, τη μοναδική σ' όλο το χρόνο δική τους μέρα.
Κρατούσαν από ένα καλάθι καλαμένιο ή πλεχτό, που στον πάτο έβαζαν χόρτο να μην σπάνουν τ' αυγά. Οι μάνες έβαζαν μέσα το πρώτο αυγό και τα ξεπροβοδούσαν με την ευχή να το γεμίσουν.
Ντυμένα στα καλά τους με κορδέλες στο κεφάλι ή κουσιές, με τα καλτσάκια τα κοντά και τα καλογιαλισμένα παπούτσια, ξεκινούσαν παρέες η μοναχικά.
Τα τραγούδια τους δεν ήταν ίδια για όλα τα σπίτια. Άλλαζαν ανάλογα με την οικογένεια. Από μέρες ρωτούσαν τη μάνα τους που τα προμήθευε τι θα πουν, τα βοηθούσε να μάθουν τα τραγούδια ή να θυμηθούν ό,τι είχαν ξεχάσει. Εξέταζαν ξανά τις μεταβολές που τυχόν έγιναν στις οικογένειες, μέσα στο χρόνο για να πουν το τραγούδι που ταίριαζε. Στα σπίτια που είχαν παιδιά της παντρειάς έλεγαν:

ΝΊδώ σι τούτις τις αυλιές τις μαρμαρουστρουμένις
ν'ιδώ χουν τουν καλό ν'υγιό την καλουθυγατέρα 
Πραματευτάδες έρχονταν που παν απού την πόλη.
Ρουτούσαν κι ξαναρουτούν
που να βρουν τέτοια κόρη
Τέτοια ψηλή
τέτοια λιγνή
τέτοια μαυρουματούσα
πούχει του μάτι σαν ιλιά
του φρύδι σαν γαϊτάνι.

Τα μικρά κορίτσια που δεν μπορούσαν να μάθουν τα διαφορετικά τραγούδια έλεγαν ένα ίδιο για όλα τα σπίτια.

Σήκου κυράτσα μ' δωμ' τ' αυγό
να πάω σ' άλλη πόρτα Του καλαθούδι μ' θέλ' αυγό
κι η τσέπη μου καρύδια
κι ιμείς καλώς σας ήβραμι σα τουν καλό του χρόνου

Μάζευαν αυγά και χρήματα. Το καλάθι όταν γυρνούσε στο σπίτι τοποθετούνταν κι αυτό όπως η σούγλα σε μέρος να φαίνεται για να προκαλεί τα επαινετικά σχόλια των μεγάλων και τη χαρά των κοριτσιών.