Απελευθέρωση

Η απελευθέρωση. Βάβδος 1913 -1940 Ανάπτυξη - Οικονομική κατάσταση
Το χωριό απελευθερώθηκε, όπως και όλη η κεντρική Μακεδονία, με τους πολέμους του 1912-13 και ένα επιβίωμα χαρακτηριστικό από την τουρκοκρατία έμεινε η ανδρική ενδυμασία, που ήταν βασισμένη στην τουρκική βράκα (μπινι-βρέκ'). Το χωριό γρήγορα μετά την απελευθέρωση περνά σε μια περίοδο ακμής και στην περίοδο του μεσοπολέμου είναι ένα διακεκριμένο χωριό, παρά την σχετική του απομόνωση και τις δύσκολες γεωφυσικές και κλιματολογικές συνθήκες. Σ' αυτό συνετέλεσαν κάποιοι πλουτοπαραγωγικοί πόροι ντόπιοι που μπόρεσαν να στηρίξουν την οικονομία της περιοχής, όπως τα μεταλλεία Βάβδου, η κτηνοτροφία, μεσαία στρώματα που μπόρεσαν να αναδείξουν μορφωμένους ανθρώπους. Τότε (1915-1920) κτίζεται το δημοτικό σχολείο Βάβδου, δωρεά του ευεργέτη Φιλοκλή Γεωργιάδη, γόνου Βαβδινής οικογένειας, που με τους διωγμούς των Τούρκων κατά την επανάσταση της Μακεδονίας κατέφυγε στη Σκιάθο. Κατασκευάζεται ο δρόμος (1925) από Διασταύρωση για Βάβδο, και ο Βάβδος αποκτά φήμη ορεινού θέρετρου κατά την προπολεμική περίοδο.
Στα χρόνια του μεσοπολέμου υπάρχει έντονη πολιτιστική κίνηση, προβάλλονται τα έθιμα του χωριού, τα τραγούδια, οι παραδόσεις. Το 1936 το Μακεδονικό ημερολόγιο που επιμελείται ο Σφενδόνης δημοσιεύει γαμήλια άσματα του Βάβδου. Το χωριό προπολεμικά είχε 350 σπίτια, μόνιμους κατοίκους 2.000 και ακμάζει.
Επίσης δύο εκκλησίες, 8 εξωκλήσια, 3 παπάδες Βαβδινούς, πενταθέσιο Δημοτικό Σχολείο.
Μέσα στη κτηματική περιοχή του Βάβδου, υπήρχαν 3 γεωργικοί οικισμοί, όπου παρέμειναν γεωργικές οικογένειες με τα ζώα τους κατά τους μήνες των γεωργικών εργασιών.
Τον 19ο Αιώνα, λειτουργούσε στο Βάβδο και Σχολαρχείο (3 τάξεις μετά το Δημοτικό Σχολείο), όπως μας γνώρισαν ηλικιωμένοι Βαβδινοί. Ο Βάβδος έβγαλε πολλούς αξιόλογους ανθρώπους, οι οποίοι διέπρεψαν και διαπρέπουν στις επιστήμες στην πολιτική, στην Εκκλησία στη διανόηση, στο εμπόριο και στις τέχνες, μεγάλο αριθμό αποφοίτων λυκείων και τεχνικών σχολείων.
Από μια παλιότερη καταγραφή αναφέρονται: Καθηγητές Πανεπιστημίου (10), Καθηγητές μέσης εκπαίδευσης (40), Δάσκαλοι (62), Γιατροί (32), Δικηγόροι (33), Επίσκοποι (2), Μηχανικοί Πανεπιστημίου (25), Γεωπόνοι (11), Κτηνία¬τροι (6), Χημικοί (5), Γεωλόγοι (2), Στρατιωτικοί Ανωτάτων Αξιωματικών (6).
Υπήρξε ο Βάβδος αξιόλογο θέρετρο παραθερισμού στη Β. Ελλάδα, με το ορεινό, υγιεινό και ξηρό κλίμα του, χάριζε ζωή σε μεγάλο αριθμό παραθεριστών που συγκέντρωνε κάθε χρόνο.
Για πρώτη φορά πήγε αυτοκίνητο στο Βάβδο, την άνοιξη του 1925. Μέχρι το 1925, η μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων, γινόταν με αυτοκίνητα μέχρι τη Γαλάτιστα και από τη Γαλάτιστα στο Βάβδο και αντίστροφα, με ζώα Βαβδινών και Γαλατσιάνων «Κυρατζήδων».
Μετά το 1925 και μέχρι το 1946, το χωριό εξυπηρετούσαν τρία αυτοκίνητα λεωφορεία, Βαβδινών αυτοκινητιστών οι οποίοι κατά τους θερινούς μήνες, πραγματοποιούσαν και δύο διαδρομές την ημέρα, για να εξυπηρετήσουν τους παραθεριστές.
Για την εξυπηρέτηση των παραθερι¬στών λειτουργούσαν: Κέντρα διασκέ¬δασης: Ο «ΠΛΑΤΑΝΟΣ» με αιωνόβια πλατάνια και το συνεχόμενο δάσος με τον καρόδρομο, το εξοχικό «ΦΛΟΚΑ», το κοσμικό κέντρο «ΡΑΜΟΝΑ»
Επίσης λειτουργούσαν
Καφενεία    4
Ζαχαροπλαστεία    1
Παντοπωλεία    7
Ξενοδοχεία    2
Εστιατόρεια    3
Φούρνοι για ψωμί και φαγητά    3
Κρεοπωλεία και Λαχανοπωλεία    5
Θαυμάσιες εξοχές: Της Αγίας Τριάδας, του Αγίου Χριστόφορου, οι οποίες μόνιμα κάθε χρόνο, φιλοξενούσαν παιδικές κατασκηνώσεις, ο προφήτης Ηλίας, η Οξιά κλπ.
Οικονομικοί πόροι των κατοίκων ήταν: Ο τουρισμός, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η σηροτροφία, μελισσοκομία, το εμπόριο, η εργασία στα μεταλλεία, διάφορες επαγγελματικές εργασίες. Ο μεγάλος αριθμός των επαγγελματιών, δεν εξυπηρετούσε μονό το Βάβδο, αλλά και όλα τα χωριά του κάμπου της Καλαμαριάς (κάμπου της Ν. Χαλκιδικής), μέχρι το 1945.
Υπήρχαν:
Έμποροι    8
Παντοπώλες στο Βάβδο και τα χωριά του Κάμπου της Καλαμαριάς (από το 1922 και μετά)    30
Σιδηρουργοί    9
Ξυλουργοί    10
Ράπτες    19
Υποδηματοποιοί    13
Κτίστες    20
Οργανοπαίκτες    25
Μυλωνάδες (υδρόμυλων)    25
Μέχρι το 1922, η γεωργία ήταν περιορισμένη στα ιδιόκτητα μικρής έκτασης χωραφάκια, που ήταν σκορπισμένα, στα λεκανοπέδια της ορεινής κτηματικής περιοχής του Βάβδου, στις ομαλές κλίσεις, όπου διατηρούσαν με αναβαθμίδες, με πέτρινα πεζούλια και μέσα σε ρεματιές, όπου υπήρχε νερό και με αναβαθμίδες, χωμάτινα αυλάκια και λιμνούλες, καλλιερ¬γούσαν λαχανικά.
Σύμφωνα με την παράδοση, από πολύ παλιά υπήρχαν πολλοί νερόμυλοι σε πολλές θέσεις στα ρέματα και ποτάμια.
Από το 1922 και μετά, με την ανταλλαγή των πληθυσμών Τούρκων της Ελλάδας, με Έλληνες της Μικράς Ασίας, η κτηματική περιοχή του Βάβδου επεκτάθη προς τον κάμπο της Καλαμαριάς. Στην αρχή κατελήφθησαν από Βαβδινούς γεωργούς και μετά δόθηκαν με διανομή του Υπουργείου Γεωργίας τα χωράφια των Τουρκομαχαλάδων, που ήταν στα όρια της κτηματικής περιοχής του Βάβδου. Αυτοί ήταν:
Το Ακ Μπουράρ που μετονομάστηκε Μικρός Βάβδος
Το Σικιμλή που μετονομάστηκε Νέα Ροδιά
Το Οσμανλή που μετονομάστηκε Νερόμυλος
Το Παζαρλή που μετονομάστηκε Νέα Κερασιά
Το κτήμα της Παναγιάς που αγοράστηκε από Βαβδινούς, Βαβδινές οικογένειες εγκαταστάθηκαν επαγγελματικά και γεωργικά στα χωριά:
Στην Καρκάρα που μετονομάστηκε Σήμαντρα
Στο Μυριόφυτο που μετονομάστηκε Ν. Όλυνθος
Στην Καρβιά που μετονομάστηκε Σύλλατα
Στο Ντάοτλου Ντομπουρλού που μετονομάστηκε Ελαιοχώρια
Στα Βρωμόσυρτα που μετονομάστηκε Άγιος Παντελεήμων
Δημιουργήθηκε Πιστωτικός Συνεταιρισμός, με πρόεδρο τον Αθανάσιο Μάνιο, που έγινε αργότερα πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Ν. Μουδανιών.
Συγχρόνως μετά το 1922, σε όλα τα χωριά του Κάμπου της Καλαμαριάς, εγκαταστάθηκαν και άνοιξαν παντοπωλεία Βαβδινοί επιχειρηματίες, σε βαθμό που να ελέγχουν την οικονομία του Κάμπου της Καλαμαριάς.
Στις νέες γεωργικές εκτάσεις που αποκτήθηκαν καλλιεργούσαν κυρίως σι¬τηρά. Προ του 1925, στις Δυτικές πλαγιές της κτηματικής περιοχής του Βάβδου, προς τα όρια της Γαλάτιστας, στις τοποθεσίες πάνω και κάτω αμπέλια, καλ¬λιεργούσαν οινοποιήσιμα αμπέλια. Για την εξυπηρέτηση των αμπελουργών η εκκλησία της Παναγίας διέθετε δυο αποστακτήρες για την παραγωγή ούζου. Ο ένας, ήταν κοντά στη βρύση (Μπιαδούδ' ) και ο άλλος κοντά στο Κάτω μπιάδ'. Εκεί υπήρχε και ένα καραγάτσι που είχε στη ρίζα του ένα μεγάλο κούφωμα, μέσα στο οποίο υπήρχαν εικόνες του Αγίου Νικολάου. Εκεί οι επισκέπτες κρεμούσαν από μια κλωστή από τα ρούχα που φορούσαν. Ήταν αφιέρωμα στον Άγιο για να τους προστατεύει.
Κατά την συγκομιδή των σταφυλιών η Κοινότητα του χωριού εισέπραττε δικαίωμα, από κάθε φορτίο σταφυλιών, που έμπαινε στο χωριό. Προς το σκοπό αυτό εγκαθιστούσε φυλάκιο, με εισπράκτορα στην είσοδο του χωριού.
Τα αμπέλια αυτά καταστράφηκαν από τη φυλλοξήρα στην δεκαετία 1920-
30. Προσπάθεια να καλλιεργηθούν αμπέλια στην ίδια περιοχή και σε άλλες δυο περιοχές «Άγιο Γεώργιο» και Αντραγασιά απέτυχαν.
Στο Β.Δ. τμήμα της κτηματικής περιοχής του Βάβδου και μέσα στο βουνό ήταν αναπτυγμένη η δενδροκομία, κερασιές και δαμασκηνιές, την παραγωγή των οποίων διέθεταν στην αγορά της Θεσσα¬λονίκης και στα χωριά του κάμπου της Καλαμαριάς. Κάθε χρόνο επί Τουρκοκρατίας, γινόταν κερασοπανήγυρις, με συμμετοχή των κατοίκων της γύρω περιοχής, κατά την οποία διέθεταν κεράσια.
Σε φτερότοπους μέσα στο βουνό καλλιεργούσαν πατάτες. Στο Α τμήμα της κτηματικής περιοχής του χωριού στα «Χειμαδιά» προς τα όρια Πολυγύρου, Ν. Ολύνθου και Σήμαντρα, στις τοποθεσίες «Ψαλίδα», «Φίλιππα», «Παλιό μάνας» και «Αγγίδη μαντρινάδια» καλλιεργούσαν και καλλιεργούν και σήμερα ελιές. Τα Μεταλλείο Λευκόλιθου που αρχικά απασχολούσαν 2000 εργάτες.
Αναπτυγμένη ήταν και είναι και σή¬μερα, η μελισσοτροφία, παλαιότερα σε κοφίνια, σήμερα σε ευρωπαϊκές κυψέλες. Για την εξυπηρέτηση των μελισσοτρόφων, η εκκλησία διέθετε πιεστήριο, στη θέση «Μπιαδούδ'» σε συνεχόμενο κτίριο με τον αποστακτήρα, για την παραγωγή κεριού, από τις κηρήθρες, μετά την εξαγωγή από αυτές του μελιού.
Για την επεξεργασία των κηρήθρων, για παραγωγή κεριού, χρησιμοποιούσαν ζεστό νερό. Τα υγρά αυτά, που μετά τη χρήση τους περιήχαν αρκετά σάκχαρα ονομαζόταν «μουντοβίνα». Από την απόσταξη της «μουντοβίνας» παρήγαγαν ούζο. Οι νοικοκυρές, χρησιμοποιούσαν τη «μουντοβίνα» για κατασκευή χαλβά (μπακριντάρα).
Αναπτυγμένη ήταν και η σηροτροφία, (από το 1800 περίπου) για παραγωγή κουκουλιών, αλλά και σποροπαραγωγή. Τον 19ο αιώνα λειτουργούσαν και 2 εργοστάσια παραγωγής μετάξης από την επεξεργασία των κουκουλιών, το ένα στη θέση που είναι σήμερα η βρύση της Αγίας Παρασκευής. Το τελευταίο έπαψε να λειτουργεί γύρω στα 1905.
Κάθε νοικοκυρά είχε στο σπίτι της αργαλειό, για την ύφανση μεταξωτών, μάλλινων και βαμβακερών υφασμάτων, για την ένδυση των μελών της οικογένειας και την κατασκευή της προίκας των κοριτσιών. Το κέντημα και το πλέξιμο συμπλήρωναν την ένδυση των μελών της οικογένειας και την προίκα των κοριτσιών. Η κτηνοτροφία ήταν αρκετά αναπτυγμένη. Ο κτηνοτροφικός πληθυσμός έφθανε τις 32.000 περίπου γιδοπροβάτων και τις 2.000 βοοειδών. Υπήρχαν μεγάλοι κτηνοτρόφοι με κοπάδια γιδιών πάνω από 2.000 κεφαλών. Τα κοπάδια αυτά κατά την θερινή περίοδο μεταφέρονταν στα βουνά των Σερρών και της Δυτικής Μακεδονίας και το φθινόπωρο επέστρεφαν στα μόνιμα χειμερινά μανδριά, των χειμαδιών την κτηματικής περιοχής του Βάβδου.
Λειτουργούσαν δύο τυροκομεία και το εμπόριο των γαλακτοκομικών προϊόντων, της τρίχας των μαλιών και δερμάτων ήταν αναπτυγμένο.
Υπήρχαν 23 μελισσοτρόφοι.
4. Ο Βάβδος 1940 - 1960 και μετά
Στην δεκαετία του 1940 το χωριό δοκιμάσθηκε όπως όλη η Ελλάδα από τις δύσκολες συνθήκες κατοχής. Το βέβαιο είναι ότι κατάφερε να επιβιώσει και να έχει κάποια σχετική αυτάρκεια. Μπορεί να πείνασαν οι Βαβδινοί, πάντως δεν φθάσαν σε μια πλήρη εξαθλίωση, δεν θρήνησαν νεκρούς από πείνα, και αυτό χαρακτηρίζει όλα τα ορεινά χωριά που κατάφεραν να έχουν μια συλλεκτική οικονομία, και να ζουν με την κατσίκα, με το σιτάρι, με το ψωμί που ζύμωναν οι γυναίκες κ.λπ. Αυτήν την εποχή η μετανάστευση που χαρακτηρίζει γενικότερα τις απόμακρες Ελληνικές περιοχές δεν πλήττει ιδιαίτερα το χωριό. Ούτε παρατηρείται αυτά τα χρόνια έντονη εσωτερική μετανάστευση.
Μεταπολεμικά ο Βάβδος έχασε το προνόμιο του θέρετρου, λόγω της στροφής του ενδιαφέροντος του κό¬σμου προς την θάλασσα. Η γεωργία με την μηχανοκαλλιέργεια, περιορίστηκε στα πεδινά και στα βατά από τα γεωρ¬γικά μηχανήματα ορεινά χωράφια. Τα μικροκτήματα της ορεινής περιοχής που διατηρούνταν με πέτρινες αναβαθμίσεις εγκαταλείφθηκαν χέρσα. Αμπέλια και κε¬ράσια εγκαταλείφθηκαν. Οι γεωργοί ελαττώθηκαν και παρέμειναν μόνο αυτοί που διέθεταν πολλά χωράφια κυρίως πεδινά και μηχανολογικό εξοπλισμό. Σ' αυ¬τούς ενοικιάζονται ή πωλούνται τα μικροκτήματα των Βαβδινών, που έφυγαν από το χωριό ή αδυνατούν να τα καλλιεργήσουν ελλείψει μηχανημάτων.
Η κτηνοτροφία μειώθηκε, οι μεγάλοι κτηνοτρόφοι που αδυνατούσαν να διατηρήσουν τα κοπάδια τους τα πούλησαν. Ένα μέρος των κτηνοτρόφων αυτών εργάζεται στα μεταλλεία, ένα άλλο έγιναν επιχειρηματίες, αυτοκινητιστές κ.λπ.
Η σηροτροφία, έπαψε να υπάρχει από τα τέλη της δεκαετίες 1930.
Η μελισσοτροφία, βρίσκεται σε ανάπτυξη. Εγκατέλειψε τα κουφίνια και αναπτύσσεται εκσυγχρονισμένα με ευρωπαϊκές κυψέλες.
Οι αργαλειοί σταμάτησαν να κτυπούν.
Τα μεταλλεία χρησιμοποιούν μικρό αριθμό Βαβδινών εργατών, γιατί μεταφέρουν με αυτοκίνητα εργάτες από τα γύρω χωριά. Προ του 1940, ο μεγαλύτερος αριθμός των εργατών των μεταλλείων ήταν Βαβδινοί, οι οποίοι πήγαιναν στα μεταλλεία και επέστρεφαν στο χωριό καθημερινά πεζοί. Δεν γινόταν χρήση αυτοκινήτων.
Η καλλιέργεια της Ελιάς δεν μειώθηκε, αντίθετα αναπτύχθηκε και εκσυγχρονίστηκε.
Μετά το 1945 ο Βάβδος απέκτησε τον μεγαλύτερο αριθμό φορτηγών αυτοκινήτων, από όλα τα χωριά της Ελλάδας, συγκριτικά με τον πληθυσμό του χωριού. Τα αυτοκίνητα εργάζονται, είτε στα μεταλλεία Βάβδου, είτε σε διάφορα έργα της χώρας μας. Έχουν συμπτυχθεί σε δύο μεγάλες κοινοπραξίες και αναλαμβάνουν μεγάλα έργα της χώρας μας.
Το ανήσυχο πνεύμα των Βαβδινών, ο δυναμισμός και η έλλειψη επαρκών πόρων ζωής, ανάγκασε κατά το παρελθόν, αλλά και σήμερα κατοίκους του χωριού να το εγκαταλείπουν και να εγκαθίστανται κυρίως στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλα αστικά και γεωργικά κέντρα της χώρας μας και του εξωτερικού.
Η μεγάλη έξοδος των κατοίκων και το άδειασμα του χωριού έγινε αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σ' αυτό συνετέλεσαν η μείωση των πόρων ζωή του χωριού, η αστυφιλία, πολιτικοοικονομικοί λόγοι, η προσπάθεια να μορφώσουν τα παιδιά τους, η ανάγκη να πληρωθούν τα κενά που άφησε ο πόλεμος από ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό στα ευρωπαϊκά κράτη και ο νέος τρόπος ζωής που δημιουργήθηκε.
Στην δεκαετία '60 και 70 παρατηρείται μια έντονη εσωτερική μετανάστευση των Βαβδινών προς την Θεσσαλονίκη και τα χωριά του κάμπου της Καλαμαριάς όχι από αστυφιλία, αλλά επειδή υπάρχει κάποια παρακμή και στα μεταλλεία (απασχολούν λίγο κόσμο) και στην κτηνοτροφία και υπάρχουν προβλήματα ποιότητας ζωής (σπουδές, επικοινωνίες, συγκοινωνίες, γιατρός, ψυχαγωγία κ.λπ.).